Thursday, October 22, 2009

Death tangos

Δικαιωματικά, μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία των tangos ανήκει στην Πολωνία. Λέγεται μάλιστα ότι κάποια από τα πιο όμορφα αργεντίνικα tangos έχουν περιέργως τις ρίζες τους στην ευρωπαϊκή αυτή χώρα.
Τη μεγαλύτερη άνθησή του, όμως, το πολωνικό tango τη γνώρισε την εποχή του μεσοπολέμου, με αρκετούς εμπνευσμένους συνθέτες, σπουδαιότερος των οποίων ίσως είναι ο Jerzy Petersburski.

Το πιο γνωστό tango του Petersburski είναι εκείνο που σχεδόν 60 χρόνια αργότερα ενέπνευσε το Ρώσο Nikita Mikhalkov για ένα από τα αριστουργήματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, τον Ψεύτη ήλιο.

Η ιστορία του κομματιού ξεκινάει με τη σύνθεσή του από τον Petersburski κάπου το 1935, υπό τον τίτλο To ostatnia niedziela (“Η τελευταία Κυριακή”). Οι στίχοι (κάποιου Zenon Friedwald) μιλούσαν για μια τελευταία συνάντηση ενός ζευγαριού πριν το χωρισμό. Το τραγούδι σύντομα έγινε ένα από το πιο διάσημα της εποχής του και γνώρισε τότε διάφορες εκτελέσεις, με πιο όμορφη αυτήν από το μεγαλύτερο Πολωνό τραγουδιστή του περασμένου αιώνα, τον Mieczysław Fogg.

Η μελαγχολική και νοσταλγική ατμόσφαιρα, όμως, του κομματιού, και ο τίτλος του, το έκαναν σιγά-σιγά να συνδεθεί με το θέμα του θανάτου και της αυτοκτονίας. Λέγεται, μάλιστα, ότι οι απογοητευμένοι Πολωνοί αξιωματικοί αυτοκτονούσαν υπό την υπόκρουση της μελωδίας του όμορφου αυτού tango του Petersburski. Λίγο αργότερα, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Treblinka, ο Artur Gold, διάσημος Πολωνοεβραίος συνάδελφος του Petersburski, αναγκαζόταν από τους ναζί να παίζει το κομμάτι αυτό ντυμένος ως κλόουν, για να συνοδεύει την πορεία των φυλακισμένων προς τους θαλάμους αερίων, μέχρι να εκτελεστεί τελικά μια μέρα και ο ίδιος.

Το 1937 έρχεται η πρώτη εκτέλεσή του στα ρώσικα, από τον Pavel Mihailov μαζί με την State Radio Committee Jazz Band, σε στίχους ενός Iosif Alvek. Ο ρώσικος τίτλος του τραγουδιού είναι Утомлённое солнце [Utomlyennoye solntse], που σημαίνει “Κουρασμένος/ξεφτισμένος ήλιος”. Ακολουθούν πολλές ακόμα εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Leonid Utyosov, που ακούγεται και στον Ψεύτη ήλιο. Τόσο πολύ το αγάπησαν οι Ρώσοι, που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το πολωνικό αυτό tango θεωρείται στ' αλήθεια από πολλούς κάτι σαν εθνικός ύμνος στη Ρωσία (όπως, βέβαια, και στην Πολωνία). Κατά σύμπτωση, τα λόγια του πραγματικού τωρινού εθνικού ύμνου των Ρώσων είναι γραμμένα από τον Sergey Mikhalkov, πατέρα του Nikita Mikhalkov. Ο ευγενής αυτός υπερήλικας πέθανε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες.

Αρκετά νωρίτερα, πάντως, από την ταινία του Mikhalkov που το έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο, το τραγούδι είχε ακουστεί σε ταινία από το 1979, στο ρώσικο Skazka skazok (Tale of tales), το ξεχωριστό και ιδιαίτερο “Παραμύθι των παραμυθιών” του Yuriy Norshteyn, που θεωρείται από τους κριτικούς η καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών. Το κομμάτι μπαίνει πρώτη φορά όταν αποχωρίζονται χορεύοντας κάποια ζευγάρια για να φύγουν οι άντρες για το μέτωπο του πολέμου. Παρά τη μελαγχολική της ατμόσφαιρα, η ταινία είναι ένας ύμνος στη φύση και τη ζωή, όπως άλλωστε ήταν και το ποίημα του μεγάλου Τούρκου (με πολωνική υπηκοότητα) ποιητή Nâzım Hikmet, από το οποίο η ταινία δανείστηκε το όνομά της.

Η μελωδία του τραγουδιού ακούγεται επίσης για πολύ λίγο και στην ταινία Schindler's list (Η λίστα του Σίντλερ) του Steven Spielberg, μια απ’ τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, νικήτρια 7 βραβείων Όσκαρ το 1994, αλλά και σε αρκετές ακόμα ταινίες που αναφέρονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Πολωνοεβραίων.

Την αμέσως επόμενη χρονιά, τη χρονιά του Ψεύτη ήλιου, η μελωδία του ‘tango του θανάτου’ ακούγεται και στο Λευκό (Trzy kolory: Biały, Three colours: White, Trois couleurs: Blanc) του Kieślowski. Σε μια σκηνή στο μετρό του Παρισιού, ένας Πολωνός αναγνωρίζει ένα συμπατριώτη του όταν παίζει σε κάτι σα φυσαρμόνικα το μελαγχολικό αυτό σκοπό, ένα σκοπό που δε θα μπορούσε βέβαια να μην αναγνωρίσει.

Το 1994, λοιπόν, βγαίνει στους κινηματογράφους και η υπέροχη ταινία του Mikhalkov με τίτλο ομώνυμο με αυτόν του ρώσικου τραγουδιού, που στα αγγλικά μεταφράστηκε “Burnt by the sun”, στα γαλλικά “Soleil trompeur” και στα ελληνικά, βέβαια, “Ψεύτης ήλιος”. Το κύριο μουσικό θέμα της ταινίας είναι ασφαλώς το ίδιο το τραγούδι, με την υπόλοιπη μουσική να έχει επιμεληθεί ο ‘Ρώσος Morricone’, ο Eduard Artemyev. Σε διάφορα σημεία της ταινίας εμφανίζεται κιόλας μια μυστηριώδης (συμβολική, μάλλον) μορφή του κουρασμένου ψεύτη ήλιου, ενώ η ταινία είναι αφιερωμένη “σ’ αυτούς που κάηκαν από τον ήλιο της επανάστασης”. Η ταινία αυτή επίσης απέσπασε βραβείο Όσκαρ. Πρόσφατα ανακοινώθηκε η παραγωγή της ταινίας Ψεύτης ήλιος 2.

Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει πως όλες οι παραπάνω ταινίες είναι συνυφασμένες με την αγάπη και τον πόλεμο, το χωρισμό ή τον αποχωρισμό, αλλά κυρίως, την αυτοκτονία ή το θάνατο ή τελικά τη ζωή.

Πρόσφατα πια, το 2006, το τραγούδι βίωσε την αναγέννηση του, χάρη στη βιρτουόζο του βιολιού Sophie Solomon, που το διασκεύασε, με το Richard Hawley, πρώην μέλος του συγκροτήματος των Pulp, να τραγουδάει σε στίχους αγγλικούς, παρεμφερείς με αυτούς των ρώσικων εκτελέσεων, πιθανότατα γραμμένους από την ίδια τη Solomon. Το τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στο πρώτο solo album της, το Poison sweet Madeira, στο οποίο η Αγγλίδα βιολονίστρια, μεταξύ άλλων, αξιοποιεί σε ένα κομμάτι τη φωνή του ηθοποιού Ralph Fiennes, που, κατά σύμπτωση, πρωταγωνιστούσε και στο Schindler's list.


I 've been burnt by the sun
in my prozak coccoon,
just can't pick up the pieces
of my life without you…


To ostatnia niedziela - Mieczysław Fogg

Utomlyennoye solntse - Leonid Utyosov

Burnt by the sun - Sophie Solomon ft. Richard Hawley


ο Ψεύτης ήλιος του Mikhalkov σε trailer και στο imdb


η σκηνή από το Λευκό του Kieślowski


το Tale of tales του Yuriy Norshteyn: 1,2,3





Ανάμεσα στα προσεκτικά διαλεγμένα κομμάτια που ακούγονται στο Schindler's list, όμως, υπάρχει και άλλο ένα, ουγγρικής προέλευσης, με παρόμοιο όνομα και μια αντίστοιχη ιστορία σε ένα παράλληλο γεωγραφικό και ιστορικό φόντο.

Πρόκειται για ένα κομμάτι του 1933, το Szomorú vasárnap, που σημαίνει “Μουντή Κυριακή”, ένας τίτλος που ίσως εύκολα στέλνει το μυαλό μας στη Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη, που λέγεται ότι επίσης έχει γραφτεί μετά από κάποιο περιστατικό της κατοχής.

Συνθέτης του ουγγρικού τραγουδιού ήταν ο Rezső Seress, με πρώτη εκτέλεση ίσως αυτήν με τη φωνή του Pal Kalmar, και οι στίχοι ήταν από ένα ποίημα του László Jávor, γραμμένο μετά από το χωρισμό του με κάποια κοπέλα. Λέγεται μάλιστα πως ζήτησε ο ίδιος από το Seress να το μελοποιήσει. Το ποίημα αναφερόταν βέβαια σε χωρισμό και υπονοούσε και μια επικείμενη ίσως αυτοκτονία και έτσι, με τον καιρό, το τραγούδι απέκτησε τον άτυπο ανατριχιαστικό τίτλο του ‘τραγουδιού των αυτοκτονιών’. Ο αστικός μύθος λέει ότι, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι άνθρωποι, απογοητευμένοι από την οικονομική κρίση και τη γενικότερη μιζέρια του μεσοπολέμου, αυτοκτονούσαν κάποια μεσάνυχτα υπό τον ήχο της μελωδίας του. Λέγεται, μάλιστα, ότι στην Ουγγαρία απαγορεύτηκε, ενώ και στην Αμερική κάποιοι σταθμοί σταμάτησαν σύντομα να παίζουν την εκτέλεση του Paul Robeson (Gloomy Sunday, σε αγγλικούς στίχους Desmond Carter). Ήδη μέσα στα πρώτα χρόνια, το κομμάτι είχε διασκευαστεί και στα γαλλικά (Sobre dimanche, με τη φωνή της Damia, σε στίχους Jean Marèze και François-Eugène Gonda) και φυσικά στα ρώσικα (Мрачное воскресенье [Mratschnoje Woskresenje], από το ‘βασιλιά του ρωσικού tango’ αλλά και αγαπημένο εκτελεστή του Πολωνού Petersburski, τον Pyotr Leshchenko, με στίχους δικούς του). To 1941 ήρθε η εκτέλεση για την οποία είναι διάσημο το τραγούδι ακόμη και σήμερα· αυτή από την Billie Holiday.

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1968, ο συνθέτης του τραγουδιού, ο Rezső Seress, στα 69 του, αυτοκτόνησε πηδώντας από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Συνήθιζε να λέει ότι η παγκόσμια επιτυχία του Gloomy Sunday τον έκανε δυστυχισμένο, γιατί ήξερε πως δε θα κατάφερνε ποτέ να ξαναγράψει κάτι εξίσου σπουδαίο.

Το 1997, αυτοκτόνησε με χάπια και ο τραγουδιστής των The Associates, που είχαν διασκευάσει το τραγούδι το 1982, ο Billy Mackenzie, προσθέτοντας άλλη μια μικρή πινελιά στη φήμη του κομματιού. Το τραγούδι Cut here των The Cure έχει γραφτεί για την αυτοκτονία του φίλου τους, του Mackenzie, και ο τίτλος επιλέχτηκε ώστε να είναι αναγραμματισμός του ονόματός τους, επειδή πίστεψαν πως θα ήταν το τελευταίο κομμάτι που θα ηχογραφούσαν.

Μία εντελώς φανταστική υπόθεση για τη δημιουργία του ουγγρικού tango παρουσιάζεται στη γερμανοουγγρική ταινία του 1999 με τίτλο Ein lied von liebe und tod (Gloomy Sunday — a song of love and death), άλλη μια ταινία με πολύ έρωτα, θάνατο και πόλεμο. Μια δυνατή ιστορία με συνταγή Casablanca, που με τη σκηνοθεσία του Rolf Schübel αναδεικνύεται σε κάτι αρκετά καλό, προσπερνώντας τα όποια ζητήματα αφέλειας ή προβλεψιμότητας υπεισέρχονται κατά στιγμές.

Τέλος, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι το τραγούδι έχει γνωρίσει δεκάδες εκτελέσεις μέχρι σήμερα, μεταξύ των οποίων από το Ray Charles, τον Elvis Costello, το Serge Gainsbourg, τη Sinéad O'Connor, την Björk, τη Sarah Brigthman, κ.α..

Πρόσφατα, ο Πάνος Παταγιάννης το τραγούδησε και στα ελληνικά, σε στίχους δικούς του.


Οι Μοίρες μπροστά από λόγια θλιμμένα
τραβούν την κλωστή από λάθη σβησμένα…
μιας Κυριακής.


Szomorú vasárnap - Pal Kalmar

Gloomy Sunday - Billie Holiday

Gloomy Sunday - ορχηστρικό (από την ταινία του Schübel)

και Το τέλος κάθε Κυριακής - Πάνος Παταγιάννης στο youtube


το Gloomy Sunday του Schübel σε trailer και στο imdb

Friday, October 16, 2009

Συνέντευξις

Φυσικά και ονειρεύομαι.
Ζει κανείς μόνο μ’ ένα ξερό μισθό;

Πόσο συχνά;
Κάθε που εγκαταλείπουν συχνότατα όλοι.

Επηρεάζουν τους απόντες τα όνειρά σας;
Βέβαια. Το ξανασκέφτονται καλά
και μάλλον μετανιώνουν οριστικά τους όλοι.

Είναι ελευθέρα η είσοδος;
Όχι εντελώς. Ζητάω την άδεια του ονείρου
πριν ελπίσω. Μου την δίνει εν γένει
μαζί με κάποιες οδηγίες αυστηρές.
Να πιστέψω δίχως ν’ αγγίξω
να μη μιλήσω διόλου στον καπνό
γιατί είναι υπνοβάτης και θα πέσει
μόνο δια του βλέμματος ν’ αφήσω
το αίτημά μου στην κρεμάστρα
ό,τι μου δοθεί να το δεχτώ
κι ας μην έχει καμιά ομοιότητα
μ’ αυτό που ζωγραφίζει η έκκλησή μου -
θα την επανέβρει μόλις ξαναχαθεί.

Ένα μόνο δεν μου δίνει το όνειρο.
Το όριο. Ως που να κινδυνέψω.
Γιατί τότε πιά δεν θα ήταν όνειρο.
Θά ‘ταν γεράματα.

(“Συνέντευξις”, της Κικής Δημουλά, από τη συλλλογή “Η εφηβεία της λήθης”, 1994)

Wednesday, October 07, 2009

Μετακινήσεις πληθυσμών

Έκλεισα την πόρτα κι ήταν σαν τώρα, σαν προχτές, κι όμως, ήταν 5 χρόνια πριν, που έκλεινε αυτή η πόρτα κι ήμουν από μέσα, κι οι γονείς μου έφευγαν, και η πρώτη μου κίνηση ήταν να στείλω από ένα μήνυμα σε δύο αγαπημένα μου πρόσωπα να τους ενημερώσω, έτσι απλά και λιτά, ότι ξεκίνησε και ουσιαστικά η περίοδος της φοιτητικής μου ζωής.


Το ότι βρέθηκα στην Πάτρα τότε ήταν μια κάποια έκπληξη, δεν το περίμενα. Εγώ είχα κάνει τα όνειρά μου για τους χειμώνες στην πρωτεύουσα και τέτοιο ενδεχόμενο δεν το είχα καθόλου λογαριάσει.
Δεν είναι πως δεν πέρασαν ωραία τα 5 αυτά χρόνια, κάθε άλλο, σίγουρα πάντως ποτέ δεν αποδέχθηκα εντελώς ότι ανήκα εκεί· ίσως μόνο ότι ήταν κάτι σαν μια μεγάλης διάρκειας εκδρομή. Γενικώς, στην παρουσία μου ενυπήρχε ένας συμβιβασμός.
Εκ των υστέρων, δε θα μπορούσα να πω πως δε μου έκανε καλό όλο αυτό. Άλλος άνθρωπος έφυγα, άλλος γυρίζω – ίσως δεν είναι έτσι, αλλά έτσι νιώθω.
Από ένα σημείο και μετά, πάντως, βαρέθηκα εκεί, τα χρόνια άρχιζαν να μετράνε ανάποδα και ποτέ δεν άλλαξε στο μυαλό μου το σχέδιο ότι με το πέρας των 5 υποχρεωτικών ετών θα αποχωρούσα διακριτικά.
Η πόλη μου με καλεί και, με 5 χρόνια καθυστέρηση, της απαντάω.
Δε θα μου λείψει η Πάτρα, θα μου λείψει μόνο ίσως αυτό που είναι έτσι μαζεμένη και περπατήσιμη και δε χρειάζεται να συνεννοηθείς από το μεσημέρι με κάποιον για να τον δεις το βράδυ. Θα μου λείψουν κι αυτά που συνήθισα γκρινιάζοντας, ο καιρός, κλπ..
Θα μου λείψουν οι φίλοι μου. Οι καλύτεροί μου φίλοι ήταν πια εκεί, όχι εδώ.
Θα μου λείψει το διαμέρισμά μου, που ήμουν ο πρώτος του ένοικος και το ένιωθα πολύ δικό μου. Με γνώρισε σε μια ιδιαίτερη ηλικία. Νομίζω πως δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα ότι δε θα τον ξαναδώ ποτέ αυτόν το χώρο.
Πιο πολύ απ’ όλα, θα μου λείψει να μένω μόνος μου. Που γυρνάς το απόγευμα και δε γουστάρεις να ανοίγει η πόρτα του δωματίου σου ή να χτυπάνε δέκα τηλέφωνα ή να παρατηρεί ο άλλος ότι σήμερα τα ξύνεις και κοιτάς το ταβάνι ανάσκελα, να μη σου τη λέει κανείς για το πού κρεμάς το μπουρνούζι σου, να τρως ό,τι ώρα θέλεις, να βάζεις τη μουσική σου δυνατά, και να μην έχει μετά τις 11 το βράδυ αυτήν τη θλιπτική εκκωφαντική ησυχία που ακούς μόνο τους αθροισμένους ήχους της ρελαντί λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών.
Αλλά χαίρομαι, χαίρομαι που είμαι εδώ, εδώ για κάποιο λόγο νιώθω ότι αξίζω περισσότερο, νιώθω πιο όμορφος, μου αρέσει να ντύνομαι πιο καλά, νιώθω πιο έξυπνος, νιώθω ότι έχω περισσότερα να δώσω, περισσότερα να κάνω, και επιτέλους νιώθω ξανά την όρεξη να γεμίσω τις ώρες μου.
I am back.
Καλό χειμώνα στην πρωτεύουσα να έχουμε.



Καλό χειμώνα στη συμπρωτεύουσα, αδερφή μου.
Πρώτος φοιτητικός χειμώνας.
Βίοι αντίθετοι, ε;
Είναι ένα τραγούδι της Monika που λέει:

My father taught me how,
my mother told me why,
my brother showed me where.
I have never done the same.

Είναι ό,τι πιο υγιές έχω ακούσει.



Καλό χειμώνα και στο φίλο μου τον Α.
Είναι ο πρώτος καλός μου φίλος από το σχολείο που παντρεύτηκε.

Wednesday, September 02, 2009

Σακούλα φθινοπωρινή

Αν θα 'θελα κάπου να με χαρίσω
- εκτός από σένα -
θα ΄ταν σε μια παρέα φύλλων πεσμένων
απ' αυτά που χορεύουν
σαν τη σακούλα της ταινίας
που ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχε δει
και ήταν το πιο όμορφο πράγμα γιατί
χόρευε με τον άνεμο
και άκουγες το χορό
παρά τον άνεμο.
Αλλά δεν είμαι
ούτε σακούλα
ούτε τα φύλλα
ούτε κι αέρας που περνά μέσα απ' της πόλης τα στενά
κι ούτε θα γίνω
κι ούτε θα πετάξω ποτέ
κι ούτε θα ξεχάσω ποτέ τ' όνομά μου
κι ούτε θα ταφώ σε κάποια θάλασσα βαθειά.
Με χαρίζω σε σένα
λοιπόν
να με χορέψεις.

Friday, August 28, 2009

Καλό φθινόπωρο...

Καταφθάνει, μεστό και πολυδιάστατο.
Αρχής γενομένης αγώνων, αλλαγών και μεταρρυθμίσεων.
Προσεχώς.
Δε χανόμαστε...

Thursday, July 30, 2009

Au revoir

Έφυγα, για κατακεί που πρέπει...

Saturday, July 04, 2009

Η σχετική ωριμότης των μαζών

από 'Το μηδέν και το άπειρον' (Άρθουρ Καίσλερ, 1941):


“απόσπασμα από το ημερολόγιο του Ν. Σ. Ρουμπάσοφ, 20η ημέρα στη φυλακή:

Όποιος θέλει να μη ζαλιστεί, πρέπει να προσπαθήσει να ανακαλύψει τους νόμους κινήσεως της κούνιας. Φαίνεται ότι στην ιστορία αντιμετωπίζουμε μια κίνηση εκκρεμούς…

Το ποσοστό της ατομικής ελευθερίας που ένας λαός μπορεί να κατακτήσει και να διατηρήσει εξαρτάται από το βαθμό της πολιτικής ωριμότητάς του. Η προαναφερθείσα κίνηση του εκκρεμούς φαίνεται να καταδεικνύει ότι η πολιτική ωριμότης των μαζών δεν ακολουθεί μια συνεχώς ανοδική τροχιά, όπως η ωρίμανση του ατόμου, αλλά κατευθύνεται από τους πιο περίπλοκους νόμους.

Η ωριμότης των μαζών βασίζεται στην ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται τα συμφέροντά τους. Τούτο, οπωσδήποτε, προϋποθέτει μια κάποια κατανόηση της διαδικασίας παραγωγής και κατανομής των αγαθών. Η ικανότης ενός λαού να αυτοκυβερνάται δημοκρατικά είναι, άρα, ανάλογη προς το βαθμό κατανοήσεως της διαρθρώσεως και της λειτουργίας του όλου κοινωνικού σώματος.

Λοιπόν κάθε τεχνική εξέλιξη δημιουργεί μια νέα περιπλοκή στο οικονομικό σύστημα, προκαλεί την εμφάνιση νέων παραγόντων και συνδυασμών, που οι μάζες αδυνατούν να εισδύσουν σ’ αυτούς επί ένα διάστημα. Κάθε άλμα τεχνικής προόδου αφήνει την πνευματική ανάπτυξη των μαζών ένα βήμα πίσω κι έτσι προκαλεί πτώση στο θερμόμετρο της πολιτικής ωριμότητος. Χρειάζονται άλλοτε δεκάδες χρόνια και άλλοτε γενεές, ώσπου το επίπεδο κατανοήσεως του λαού βαθμιαία να προσαρμοσθεί στη μεταβληθείσα κατάσταση πραγμάτων, ώσπου ν’ ανακτήσει την ίδια ικανότητα αυτοκυβερνήσεως που κατείχε ήδη σε χαμηλότερο πολιτιστικό επίπεδο. Έτσι, η πολιτική ωριμότης των μαζών δεν μπορεί να μετρηθεί με απόλυτο αριθμό, αλλά μόνο σχετικά, δηλαδή σε σχέση με το πολιτιστικό επίπεδο της ιστορικής στιγμής.

Η εφεύρεση της ατμομηχανής έβαλε σε κίνηση μια περίοδο ταχείας αντικειμενικής προόδου και, κατά συνέπεια, εξίσου ταχείας υποκειμενικής πολιτικής οπισθοδρομήσεως. Ο βιομηχανικός αιών είναι ακόμα νέος στην ιστορία, το χάσμα είναι ακόμα μέγα μεταξύ της άκρως περίπλοκης οικονομικής διαρθρώσεώς του και της κατανοήσεως της διαρθρώσεως αυτής από τις μάζες. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί η σχετική πολιτική ωριμότης των εθνών στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνος είναι χαμηλότερη απ’ ότι ήταν το 200 π.Χ. ή στα τέλη της φεουδαρχικής περιόδου.

Το λάθος της σοσιαλιστικής θεωρίας ήταν να πιστεύει ότι το επίπεδο της συνειδήσεως των μαζών ανερχόταν συνεχώς και σταθερώς. Εξ ου και η αδυναμία της μπροστά στην πρόσφατη αιώρηση του εκκρεμούς, ο ιδεολογικός αυτοακρωτηριασμός των λαών. Πιστεύαμε ότι η προσαρμοστικότης της αντιλήψεως των μαζών περί κόσμου, σε μεταβαλλόμενες συνθήκες, ήταν μια απλή εξελικτική πορεία, που μπορούσε να μετρηθεί σε χρόνια. Ενώ, σύμφωνα με όλη την ιστορική εμπειρία, θα ήταν πιο σωστό να τη μετρούμε με αιώνες. Οι λαοί της Ευρώπης βρίσκονται ακόμα μακριά από το να έχουν χωνέψει πνευματικά τις συνέπειες της ατμομηχανής. Το καπιταλιστικό σύστημα θα καταρρεύσει προτού οι μάζες το κατανοήσουν.”

Saturday, June 27, 2009

Paradigm shift

-Λιάνα Κανέλλη:

"Κράτος που αποφασίζει να αφαιρεί ζωές όποτε θέλει, είτε εδώ είτε στην Κανταχάρ, δεν μπορεί να μου υποδείξει το πώς θα πεθάνω. Αν εκχωρήσουμε στη δικτατορία των υγιεινών το δικαίωμα να καθορίζουν τον τρόπο που θα πεθάνουμε, τότε τους εκχωρούμε και το δικαίωμα του πώς θα ζήσουμε."



Το αν θα πεθάνει από καρκίνο του πνεύμονα ή από γεράματα, είναι πράγματι δικό της πρόβλημα και, αλήθεια, εμένα δε με απασχολεί καθόλου, το ορκίζομαι.

Ακριβώς επειδή είναι δικό της πρόβλημα και δε με απασχολεί, το θεωρώ λογικό δικαίωμά μου να μη με επηρεάζει κιόλας.

Νομίζω ότι θα ήταν πολύ λογικό να είχα τη δυνατότητα να βγαίνω χωρίς να καταπίνω τον καπνό των τσιγάρων που καπνίζουν άλλοι, από τη στιγμή που δε μου αρέσει ο καπνός του τσιγάρου και γι’ αυτόν το λόγο δεν καπνίζω εγώ. Χωρίς να τσούζουν τα μάτια μου και ο λαιμός μου και χωρίς να βρωμάνε τα ρούχα μου, το δέρμα μου, τα μαλλιά μου και ακόμα και τα γένια μου τσιγάρο όταν γυρίζω σπίτι μου.

Όταν λοιπόν υφίσταμαι εγώ στην καθημερινότητα και στην υγεία μου, χωρίς να με ρωτήσει κανείς, τις συνέπειες ελαττωμάτων των άλλων, που εγώ δεν έχω, λόγω μιας κατεστημένης παραδοχής ότι οι μη καπνιστές πρέπει να συνηθίσουν να ανέχονται το ελάττωμα των καπνιστών αλλιώς είναι πρόβλημά τους, τότε αυτό είναι πολύ περισσότερο κοντά στη δικτατορία, παρά η λογική που λέει ότι η Κανέλλη μπορεί να καπνίζει εκατό πακέτα τη μέρα, αρκεί να είναι μακριά από τη μούρη τη δικιά μου. Ας ρίχνει και υδράργυρο στο αυτί της, αρκεί να μη ρίχνει στο δικό μου. Νομίζω ότι η πεμπτουσία της δημοκρατίας συνοψίζεται σε μια απλούστατη φράση που μαθαίνει κανείς ήδη στο δημοτικό· "η ελευθερία τους ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου".

Η κατεύθυνση του αντικαπνιστικού νόμου είναι αντικειμενικά ορθή και δίκαια. Το αν θα εφαρμοστεί ή όχι είναι ένα άλλο ζήτημα. Αλλά δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί ο οποιοσδήποτε σοβαρός άνθρωπος, "υγιεινός" ή καπνιστής, να αμφισβητεί ακόμα και το θεωρητικό μου δικαίωμα να μη βήχω εγώ επειδή καπνίζεις εσύ.

Και έχουν και το θράσος να λένε τέτοιες λαϊκίστικες παπάρες περί δικτατορίας ή ας πούμε ότι οι καπνιστές τίθενται εν διωγμώ. Περί θράσους πρόκειται και ειρωνείας και ασέβειας και βλασφημίας προς την έννοια των λέξεων 'δικτατορία' και 'διωγμός' και προς την ιστορία, τη στιγμή που ο κόσμος όλος ζει προσαρμοσμένος (αδίκως και χωρίς καθόλου να τους το χρωστάει) στα μέτρα και τα σταθμά των καπνιστών.

Έλεος πια.



UPDATE της επόμενης μέρας: Σήμερα το πρωί η ίδια πολιτικός έλεγε (με τηλεφωνική παρέμβασή της, μάλιστα) στo MEGA ότι τόσον καιρό η κατάσταση ήταν εις βάρος των μη καπνιστών και ότι ανησυχεί ότι, εξαιτίας των μικρών αλλαγών που κατατέθηκαν την τελευταία στιγμή, το νέο μέτρο δε θα εφαρμοστεί στο έπακρο ώστε να δώσει αποτελεσματικό τέλος σ' αυτά, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η δήλωσή της που παρέθεσα εγώ παραπάνω αλιεύτηκε από την Ελευθεροτυπία, προς μηνός περίπου, και ήταν γραμμένη ακριβώς έτσι, την αντέγραψα κατά λέξη. Μπορείτε να τη βρείτε και στο Διαδίκτυο, με μια πρόχειρη έρευνα. Τι να πω... Μπορεί εγώ να μην καταλαβαίνω...

Monday, June 22, 2009

Ο γλάρος

Και σου λέω όλα αυτά και δεν μπορώ να απαντήσω αυτό το απλό, τι θέλω να γίνει μεθαύριο, πού θέλω να είμαι σε δυο χρόνια, πώς θέλω να είμαι σε είκοσι. Όχι, δεν είναι τόσο νωρίς, νωρίς είναι όταν είσαι οχτώ, παίζεις μπάλα, τρέχεις, πέφτεις κάτω, πονάς, τρέχει αίμα, χτυπάς, σηκώνεσαι, και κυνηγάς πάλι την μπάλα, αλλά δεκαπέντε χρόνια μετά είναι αρκετά καλό να ξέρεις κάτι παραπάνω, τουλάχιστον σε ποια αλάνα θες να παίζεις.

Όταν δεν ξέρεις, και το θυμάσαι στιγμιαία, ψάχνεις κάπου να πιαστείς, από τη μουσική σου, από την αγάπη, από τη θάλασσα, από το παρελθόν. Από το μέλλον όχι. Το μέλλον είναι μια εξέλιξη, σκέτο. Το παρόν δε γνωρίζει το μέλλον. Και αν αυτό σου ακούγεται ελευθερία, και πάλι όχι, δεν είναι, και αυτό είναι σοβαρό. Δε ζεις περισσότερο έτσι, λιγότερο ζεις, και μια μέρα ξυπνάς και δεν ξέρεις γιατί ήσουν ώριμος και όχι έφηβος, γιατί σπούδασες κάτι που δε σε ενδιαφέρει, τι ζωή έκανες, τι ζωή δεν έκανες, τι σκατά ζωή θα κάνεις… και τι δε θα κάνεις…

Η σημασία του χρόνου που ξοδεύεις να αναρωτηθείς τι είσαι, τι δεν είσαι, τι θες να είσαι, και γιατί, υποτιμάται, κι αυτό είναι κρίμα. Αν δε βρεις τη θέση σου, αν δε σκεφτείς εγκαίρως ότι σε νοιάζει να βρεις τη θέση ή τις θέσεις που σου αρέσουν, τότε κάθε τόσο μπορεί να πρέπει να ψάχνεις να πιαστείς. Και είναι κρίμα, γιατί τα όμορφα πράγματα αξίζουν όταν δεν τα ζεις από ανάγκη.

Κι αν ένας θα ‘θελα να μάθει κάτι κι από μένα, θα ‘σουν εσύ, αλλά η μαμά σου λέει ότι η πείρα και οι εμπειρίες δε μεταβιβάζονται, και έχει δίκιο, και όσο μεγαλώνει κανείς συνειδητοποιεί, με ένα κράμα συναισθημάτων, ότι οι γονείς του μπορεί σε πολλά τελικά να είχαν δίκιο, πράγμα που επίσης λέει η μαμά σου.

Κι όμως, μου φαίνεσαι σαν έτοιμη από καιρό.

Κάποια πουλιά τραγουδούν για λευτεριά, κάποια φεύγουν και πετούν ψηλά…

Welcome to the real world, sister.

Wednesday, June 17, 2009

Διακρίσεις φιλίας

Και εξηγούμαι...
Εν μέσω εξεταστικών τε και λοιπών μη εξαιρέσιμων δεινών, η Μαρίνα, γνωρίζουσα γαρ ότι δεν αγαπώ τα bloggoπαίχνιδα-bloggoαλυσίδες, με προσκαλεί να λάβω μέρος σε ένα εξ αυτών.
Έτσι, καλούμαι να απονείμω διάκριση διαδικτυακής φιλίας σε 5 αγαπημένους bloggers και να πασάρω το παιχνίδι παρακάτω κλπ. κλπ., σύμφωνα με τους γνωστούς κανόνες του είδους.
Η ευχάριστη ιδιαιτερότης του bloggoπαιγνίου τούτου δε με αφήνει ασυγκίνητο και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία, με αποτέλεσμα το παρόν post.
Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη Μαρίνα για τα πολύ κολακευτικά της λόγια. Είναι μεγάλη τιμή να λέει για σένα τέτοια πράγματα κάποιος που σε ξέρει μέσα από τις σκέψεις σου. Νομίζω καταλαβαίνει ότι τα αισθήματα είναι αμοιβαία. Είναι ίσως πλέον ο παλαιότερος δεσμός μου με την bloggόσφαιρα και χαίρομαι γι’ αυτό, γιατί την εκτιμώ βαθύτατα.
Προχωρώντας, διευκρινίζω ότι το πνεύμα της σημερινής ανάρτησης έχει να κάνει πιο πολύ με bloggers τους οποίους αισθάνομαι φίλους και εκτιμώ αναλόγως και λιγότερο με το περιεχόμενο των blogs· άλλωστε, συνηθίζω κάθε τόσο να αφιερώνω κάποια posts (1,2,3,4) για να εγκωμιάζω τα blogs που προστίθενται στη λίστα μου εκεί δεξιά.
Από ‘κει και πέρα, και επειδή είναι αρκετά δύσκολη η διαδικασία μιας τέτοιου είδους επιλογής, διευκόλυνα τον εαυτό μου, εξαιρώντας αυτούς που ήταν φίλοι πριν γίνουν bloggers και αυτούς που έχουν πλέον εγκαταλείψει τον όμορφο κόσμο της bloggόσφαιρας, αποκλείοντας, έτσι, πολύ αγαπημένους μου ανθρώπους, όπως π.χ. η Ραφαέλλα και η Φανή.
Με τα πολλά, διάλεξα τους (ή μάλλον τις) εξής:

1) Ζvyk: Της αποδίδω έναν τρόπο σκέψης που είναι ταυτόχρονα εξίσου κοντά αλλά και μακριά από το δικό μου και έτσι αυτό που τελικά μου κινεί το ενδιαφέρον είναι να προσδιορίσω την αιτία που μου κινεί τόσο πολύ ενδιαφέρον. Δεν είμαι σίγουρος αν έχω αρχίσει ποτέ να πλησιάζω, γιατί συνήθως δυσκολεύομαι να καταλάβω τη γραφή της. Αναγνωρίζω όμως μία ηθική ακεραιότητα και μία συνέπεια σε αυτήν, μου δίνει την αίσθηση ότι της ήταν πάντα πολύ εύκολο να αποφεύγει τα δεινά του κόσμου των μεγάλων και κατά βάθος παραμένει ένα παιδί, παιδί στην καρδιά, με εφηβική διάθεση στο μυαλό και ένα υπόβαθρο γνώσεων ζηλευτό για κάθε ενήλικα. Απολαμβάνω ιδιαίτερα τις σύντομες κουβέντες μας.
2) Γεωργία: Ο Leonardo da Vinci θα αναφέρεται από τους ιστορικούς του μέλλοντος ως ο δεύτερος πιο χαρακτηριστικός homo universalis στην ιστορία του κόσμου, μετά δηλαδή τη Γεωργία. Κοπέλα (η Γεωργία, όχι ο da Vinci) με απίστευτες ικανότητες, δεξιότητες, κλίσεις, προσφορά, διάθεση, ενέργεια, χιούμορ, οξυδέρκεια, ευαισθησίες, επίπεδο, παιδεία, και ελάχιστο χρόνο, είναι από τις εξαιρετικά σπάνιες εκείνες περιπτώσεις των ανθρώπων που καταλαβαίνεις ότι είναι φτιαγμένοι από άλλο υλικό, ενώ ταυτόχρονα είναι τόσο καθημερινή όσο ο οποιοσδήποτε. Η επιβεβαίωση και μόνο ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι είναι ελπίδα και χαρά. Χωρίς καμία υπερβολή τα παραπάνω. (Νταξ, ίσως να ήταν λίγο αυτό με τον da Vinci.)
3) Ατταλάντη: Ο διαδικτυακός μου έρωτας κατάφερνε πάντα να με εμπνέει, αφήνοντας να αιωρείται γύρω μου μια μυρωδιά νεράιδας. Οι εμφανίσεις της είχαν κάτι το μαγικό και ανάλαφρο, όπως τα παραμύθια της. Η Ατταλάντη χορεύει τώρα στη Χώρα των Θαυμάτων, μια χώρα μεγάλη που απέχει από εδώ έναν ωκεανό και κάτι. Είναι περίεργο να σου λείπει κάποιος που γνώρισες στα παραμύθια. Και ήταν τα πιο όμορφα παραμύθια της bloggόσφαιρας.
4) Exilio: Το μικρό προβατάκι είναι από τις πιο διαχρονικές διαδικτυακές παρέες μου. Αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι το τόσο ξεχωριστό μουσικό της αισθητήριο, στο οποίο οφείλω πολλά όμορφα πράγματα. Έχει μία ποιότητα και τις απαραίτητες ιδιαιτερότητες που την κάνουν διαφορετική, με έναν τρόπο ήπιο αλλά καθαρό. Αδυναμία μου.
5) Crucilla: Το μεγάλο μας παλληκάρι, αφού πέρασε μια κρισούλα μέσης ηλικίας περίπου 20 χρόνια πριν από την ώρα της, αφού με τα πολλά παντρεύτηκε και δη συμπατριώτη μου, δείχνει να συνεχίζει ακάθεκτη στο γνώριμο στρέι-θρου (που λέει κι ο Ζαμπέτας) στυλ και τα μυαλά στα κάγκελα. Γκρινιάζει πολύ, αλλά είναι για καλό μωρέ. Είναι καλό παιδί. Κατά βάθος.

Καλούνται να δώσουν συνέχεια στο παιχνίδι όσες εκ των παραπάνω το επιθυμούν και φυσικά οποιοσδήποτε άλλος έχει την όρεξη.